Καλοκαιρινές διακοπές

Αφού επιβιβαστώ εδώ σήμερα το απόγευμα, το βράδυ θα είμαι στο νησάκι μου!
Και από αύριο το μεσημέρι θα συχνάζω σε παραλίες σαν και αυτή της φωτογραφίας!
Τα βράδια μπαράκια και ξενυχτάδικα μέχρι πρωίας!

Που και που θα σας γράφω και τα νέα μου. Δε σας ξεχνάω εγώ… 😉

Καλές διακοπές σε όλους!

Join the Energy Revolution. NOW!!!

Η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη ξεκινήσει…

Στο χέρι μας είναι να απενεργοποιήσουμε αυτή τη «βόμβα»…

Μια φωτογραφία, χιλιάδες ιστορίες

Νομίζατε ότι θα τη γλιτώνατε; Όχι! Κανείς δε θα μείνει έξω από το δημιουργικό αυτό παιχνίδι! Και το «κανείς» το εννοώ!

Άργησα να προσκαλέσω νέους παίχτες, επειδή δε μπορούσα να διαλέξω φωτογραφία. Αλλά βρήκα τη λύση. Σας παρουσιάζω τις πέντε επικρατέστερες (όλες τραβηγμένες από τον γράφοντα) και καλώ πέντε διαφορετικούς μπλόγκερς για κάθε μία από αυτές! Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να γράψετε την ιστορία ή τα συναισθήματα ή τις σκέψεις που σας ήρθαν στο μυαλό, μόλις είδατε τη φωτογραφία.

Για αυτή εδώ γράφουν οι:
beniamin η δωδέκατη
Citronella
Crazy Cow
exitmusician
Gogo

Από αυτήν εμπνέονται οι:
Kyrallina
lifewhispers
phevos
snikolas
the espressionist

Αυτή δίνει ιδέες στους:
Λίνα
Μέμα
Stefy
Πίκος Απίκος
mtdoggie

Αυτή θα συγκινήσει τους:
Garfield
Afrikanos
vasilis
Ενεσούλα
Κωλόγρια

Και για αυτή θα μας μιλήσουν οι:
Tzonakos
patsiouri
χοντρό μπιζέλι
Monte Cristo
ionk

Αν κάποιος θέλει να γράψει και για άλλη φωτογραφία, μπορεί να το κάνει. Επίσης, δεχόμαστε και απρόσκλητους στο παιχνίδι. Όποιος θέλει, μπορεί να πάρει μια φωτογραφία και να μας γράψει.

Επειδή είναι και καλοκαίρι, θα δείξω κατανόηση αν κάποιος δε μπορέσει να ανταποκριθεί σύντομα. Μπορείτε να γράψετε μέχρι και το Σεπτέμβριο! Κι εγώ τότε θα παραδώσω τις εργασίες μου για το μεταπτυχιακό!
😉

Η ιστορία της φωτογραφίας

Καλό μήνα σε όλους! Ξέρω, σας έλειψα πολύ! Κι εσείς μου λείψατε! Μετά από πολύ καιρό, επανέρχομαι για να απαντήσω σε μια πρόσκληση του anisixou. Έπρεπε να γράψω μια ιστορία για την παρακάτω φωτογραφία. Σας προειδοποιώ ότι ακολουθεί σεντόνι ασυνήθιστου μεγέθους για το παρών βλόγιον! Καλή σας ανάγνωση και με συγχωρείτε για το χρόνο που θα σας φάω αδικαιολόγητα!


Τον είχαν προειδοποιήσει. Αυτός ποτέ δεν έπαιρνε από λόγια. Ούτε από απειλές. Πίστευε ότι δεν ήταν ικανοί να πραγματοποιήσουν τίποτα από όσα έλεγαν. «Μόνο λόγια είναι! Άσ’ τους! Θα πουν, θα πουν, θα σπάσουν και τίποτα, θα ξεθυμάνουν και θα φύγουν!» Συνέχιζε να κάνει τη δουλειά του σαν να μην έτρεχε τίποτα. Τους αγνοούσε επιδεικτικά!

Οι πιέσεις, όμως, τον τελευταίο καιρό είχαν γίνει αφόρητες. Καθημερινά έπαιρναν και τρεις και πέντε φορές τηλέφωνο, πότε στο σπίτι του και πότε στο μαγαζί, και απειλούσαν. Έβριζαν χυδαία τη γυναίκα του και τα παιδιά του, γεγονός που τον είχε ενοχλήσει. Η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη. Περνούσαν από το μαγαζί απροειδοποίητα και τον έψαχναν. Είχε αρχίσει να φοβάται και να κρύβεται. Παρά το γεγονός ότι δεν τους είχε ικανούς να κάνουν πράξη έστω και μια τους απειλή, είχε αρχίσει να παίρνει τα μέτρα του. Μέχρι το μοιραίο βράδυ…

Είχε κλείσει το μαγαζί και είχε φύγει και ο τελευταίος υπάλληλος. Έκλεινε τους τελευταίους λογαριασμούς, όταν άκουσε θόρυβο στην εξώπορτα. Δεν έδωσε σημασία. Το μαγαζί βρισκόταν σε κεντρικό δρόμο της πόλης και τέτοιοι θόρυβοι ήταν συνηθισμένοι. Συνέχισε τη δουλειά του, ώσπου ένας θόρυβος πιο δυνατός τον ανάγκασε να διακόψει. Αυτή τη φορά ήταν σίγουρα η πόρτα. Κάποιος προσπαθούσε να την παραβιάσει. Σηκώθηκε αργά από το γραφείο του και κατευθύνθηκε, σχεδόν αθόρυβα, στο χώρο του εστιατορίου προς τη μεριά της εξώπορτας. Όσο πλησίαζε άκουγε κάτι να σκαλίζει την κλειδαριά και μερικούς ψιθύρους. Όταν έφτασε σε απόσταση δύο μέτρων από την έξοδο, η πόρτα άνοιξε απότομα και μπήκαν με φόρα μέσα στο μαγαζί πέντε μαυροντυμένοι άντρες με κουκούλες. Αμέσως, γύρισε από την άλλη και άρχισε να τρέχει προς την κουζίνα. Υπήρχε άλλη μια έξοδος εκεί. Δεν πρόλαβε. Άλλοι τρεις άντρες με την ίδια αμφίεση του έκλεισαν το δρόμο. Ξαφνικά είχε βρεθεί ανάμεσα σε οκτώ κουκουλοφόρους που τον σημάδευαν με πιστόλια. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, ενώ τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας από το φόβο του.

Δεν είχε καμία αμφιβολία για το τι συνέβαινε. Τελικά δεν έπρεπε να είχε αψηφήσει τις απειλές του Καραμπέτη. Έπρεπε να είχε πάει με τα νερά του. Ακόμα, βέβαια, μέσα του ήλπιζε ότι πρόκειται για άλλη μια επίδειξη δύναμης. Κι όμως, αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά. Άλλη μια φορά είχε δεχτεί τέτοια «επίσκεψη». Τότε έσπασαν μόνο μερικά τραπέζια και καρέκλες, έσκισαν δυο τρεις ταπετσαρίες και έφυγαν. Όταν, όμως, άκουσε τη βραχνή βαθιά φωνή πίσω του, τότε κατάλαβε ότι αυτή τη φορά δε θα τη γλίτωνε με λίγες ζημιές.

Τον είχε δει προσωπικά μόνο τρεις φορές τα δύο τελευταία χρόνια που είχαν «δοσοληψίες». Οι εμφανίσεις του ήξερε ότι ήταν σπάνιες. Το γεγονός ότι εκείνο το βράδυ είχε αποφασίσει αυτοπροσώπως να τον «επισκεφτεί» δεν ήταν καλό σημάδι.
«Καλησπέρα Μιχαλάκη! Τι κάνεις; Μας ξέχασες…». Δεν τους είχε ξεχάσει καθόλου. Δε μπορούσε άλλωστε. Αλλά δε μπορούσε και να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις τους. Είχε ένα δάνειο να ξεχρεώσει. Κι όμως. Αυτοί δεν είχαν ευαισθησίες. Διευκολύνσεις έκανε κι ο Καραμπέτης. Τι χρειάζονται οι τράπεζες… Άλλωστε, «υποχρέωσή» του ήταν να ξεπληρώνει πρώτα από όλα τις «υπηρεσίες» που παρείχε ο Καραμπέτης στην επιχείρηση. Είχε υπό τον έλεγχό του ολόκληρη την περιοχή! Τρεις ολόκληρες συνοικίες έδιναν τις εισφορές τους για την προστασία που τους παρείχε. Κανένας επιχειρηματίας δεν του είχε αντισταθεί. Μέχρι τώρα. Ποτέ δε χρειάστηκε να πραγματοποιήσει καμιά του απειλή. Μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Ο Μιχάλης του χάλαγε τη σούπα. Γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν είχε συμβεί τίποτα σε κανένα, πίστεψε ότι θα μπορούσε να αθετήσει τις «υποχρεώσεις» του χωρίς να πάθει τίποτα. Για τέσσερις μήνες είχε διακόψει τις πληρωμές. Στην αρχή οι δικαιολογίες του γίνονταν ανεκτές, αλλά πάντα με την διαβεβαίωσή του ότι την επόμενη φορά θα έδινε διπλή δόση. Τους δύο τελευταίους μήνες οι πιέσεις τους είχαν γίνει ασφυκτικές. Κι όμως, κατάφερνε να αντιστέκεται. Το γεγονός είχε θορυβήσει ιδιαίτερα τον Καραμπέτη. Ώρα ήταν να σήκωναν κι άλλοι κεφάλι… Έπρεπε αυτό το κεφάλι να σκύψει οπωσδήποτε!

«Μιχαλάκη, δεν πιστεύω να ξέχασες τους καλούς σου φίλους;» επανέλαβε με τη βραχνή του φωνή. «εμείς εδώ είμαστε γιατί θέλουμε να βοηθάμε όλους εσάς τους επιτυχημένους επιχειρηματίες και να προστατεύουμε την ζωή και την περιουσία σας. Εσύ γιατί δεν εκτιμάς τις υπηρεσίες μας, όπως όλοι οι υπόλοιποι;» «Ξέρετε πολύ καλά ότι αντιμετωπίζω οικονομικές δυσκολίες τον τελευταίο καιρό. Οι τράπεζες απειλούν να μου πάρουν το μαγαζί.» ψέλλισε με δυσκολία. Η τελευταία του φράση διακόπηκε βίαια από ένα δυνατό χαστούκι. «Δε με ενδιαφέρουν οι δικές σου δυσκολίες! Δε με νοιάζουν οι τράπεζες! Άλλωστε, κι εμείς μπορούμε να σε «διευκολύνουμε». Αν δεν φροντίσουμε τους δικούς μας ανθρώπους, ποιους θα κοιτάξουμε; Αλλά εσύ έχεις εξαντλήσει την υπομονή μας. Αυτό ξέρεις ότι δε μπορεί να μείνει έτσι. Οι προθεσμίες που σου δώσαμε εξέπνευσαν όλες.» «Μα, δώστε μου λίγο χρόνο. Δε θα τα χάσετε τα λεφτά σας. Θα σας τα δώσω σύντομα.» «Δυστυχώς για όλους μας, Μιχάλη μου, δε μπορείς να έχεις άλλη προθεσμία. Πρέπει να ξέρεις ότι δημιούργησες ένα πολύ κακό προηγούμενο. Ήδη άλλοι 7-8 έχουν αρχίσει να καθυστερούν τις υποχρεώσεις τους. Αυτό πρέπει να σταματήσει όσο είναι νωρίς. Λυπάμαι πολύ…Πάρτε τον παιδιά!».

Αμέσως τρεις από τους κουκουλοφόρους τον έπιασαν και τον έδεσαν χειροπόδαρα. Ένας τέταρτος τον φίμωσε και του φόρεσε μια μεγάλη μαύρη κουκούλα. Πλέον δεν έβλεπε τίποτα. Τον έσυραν μέχρι την έξοδο και τον έχωσαν σε ένα αυτοκίνητο. Μαζί με το αυτοκίνητο που τον έβαλαν, άκουσε και μερικά άλλα να ξεκινούν και να τους ακολουθούν. Τώρα πια φοβόταν πραγματικά. Δεν ήξερε τι θα του συνέβαινε από δω και πέρα. Για πρώτη φορά φοβόταν τόσο για τη ζωή του. Και πάνω από όλα φοβόταν για τη ζωή της γυναίκας του και των παιδιών του. Μετά από κανένα τέταρτο σταμάτησε το αυτοκίνητο. Μαζί σταμάτησαν και τα υπόλοιπα. Δεν ακουγόταν τίποτα άλλο πέρα από το θόρυβο που έκαναν οι άντρες που έβγαιναν από τα αυτοκίνητα. Βρίσκονταν σίγουρα κάπου ερημικά. Άκουσε μερικούς ψιθύρους και αμέσως μετά άνοιξε η πόρτα του αυτοκινήτου και δυο χέρια τον τράβηξαν βίαια έξω και τον πέταξαν με δύναμη κάτω στο έδαφος. Ένιωσε να βουλιάζει ολόκληρος σε κάτι πολύ μαλακό. Βέβαια. Ήταν άμμος θαλάσσης. Βρίσκονταν σίγουρα σε κάποια παραλία. Και βέβαια τέτοια εποχή δεν υπήρχε περίπτωση να βρίσκεται κανείς άλλος εκεί γύρω.

«Τώρα θα μάθεις, Μιχάλη μου, τι παθαίνει όποιος δεν είναι καλός με τον Καραμπέτη!» Η βραχνάδα στη φωνή του είχε αποκτήσει κάτι το ηδονικό. Το ευχαριστιόταν το καθίκι! Είχε σίγουρα σαδιστικές τάσεις. Ο Μιχάλης ήξερε πια ότι δεν θα φύγει μαζί τους από αυτή την παραλία. Αυτό, όμως, που τον έφερνε πραγματικά σε απόγνωση ήταν ότι δε μπορούσε να μιλήσει. Δε μπορούσε να απαντήσει, ούτε καν να κινηθεί. «Ελάτε! Κάντε γρήγορα! Δε θα ξημερωθούμε εδώ πέρα! Κάνει και κρύο που να πάρει!» Με το που τελείωσε τη φράση του ο Καραμπέτης, άκουσε να φτυαρίζουν την άμμο. Προσπάθησε να αντιδράσει, αλλά ήταν μάταιο. Το μόνο που κατάφερε ήταν να σπαρταράει σαν ψάρι, πράγμα που προκάλεσε το σαδιστικό γέλιο των βασανιστών του. «Κοίτα τον πως κάνει! Βιάζεται να κολυμπήσει!». Πέντε λεπτά ήταν αρκετά για να τελειώσει το φτυάρισμα. Είχαν ανοίξει την τρύπα που χρειάζονταν. «Φέρτε τώρα τη βαλίτσα!» διέταξε ο Καραμπέτης. Ποια βαλίτσα; Σκέφτηκε ο Μιχάλης. Τι θα την έκαναν την βαλίτσα; «Τι νόμιζες; Ότι θα σε αφήναμε να ακουμπήσεις την υγρή την άμμο; Εμείς τους φροντίζουμε τους πελάτες μας! Βάλτε τον μέσα! Γρήγορα! Ξημερώσαμε!»

Αυτή τη στιγμή δε θα καλέσω άλλον να παίξει στο παιχνίδι. Ίσως αύριο ή μεθαύριο ή μια από τις επόμενες μέρες να βρω μια ενδιαφέρουσα φωτογραφία και να προσκαλέσω κάποιους. Τώρα είναι λίγο αργά και βαριέμαι. Φιλιά μέχρι το επόμενο ποστ! Πότε θα είναι κανείς δεν ξέρει…