Αρχείο ετικέτας Ιστορίες

Η μύγα

μύγαΈτσι για την ιστορία να αναφέρω ότι κάποτε εκεί που καθόμουν και κοίταζα το ταβάνι μπήκε μέσα στο δωμάτιο μια μύγα. Η μύγα έφερε βόλτα όλα τα έπιπλα και κατάληξε να ξαποστάσει πάνω στη μύτη μου. Στην αρχή δεν έκανα καμία κίνηση για να τη διώξω, μη θέλοντας να ταράξω τη γαλήνια ηρεμία μου. Βέβαια, η μύτη είναι ευαίσθητο όργανο και η μύγα τη γαργαλούσε με τα μικροσκοπικά της πόδια. Ανεπαίσθητα το χέρι μου κινήθηκε να τη διώξει. Η γαλήνια ηρεμία μου μόλις είχε τελειώσει. Η μύγα έκανε μια βόλτα πάνω από το κεφάλι μου και αυτή τη φορά κάθισε στο μέτωπό μου. Δεν ξεμπερδεύεις εύκολα με μια μύγα, σκέφτηκα. Το χέρι μου έκανε πάλι την ίδια κίνηση για να διώξει τη μύγα και την κυνήγησε με ανοιχτή την παλάμη μου την ώρα που η μύγα έκανε τη δεύτερη περιστροφή της πάνω από το κεφάλι μου. Ατρόμητη η μύγα, μόλις το χέρι μου ξάπλωσε ξανά πάνω στο στήθος μου, επέστρεψε στην αρχική της θέση, πάνω στη μύτη μου. Όλη αυτή την ώρα όλα τα υπόλοιπα μέλη του σώματός μου παρέμεναν ακίνητα, προσπαθώντας να διατηρήσουν την γαλήνια ηρεμία μου. Τα μάτια μου εξακολουθούσαν να είναι καρφωμένα στο ταβάνι. Αυτή τη φορά το χέρι μου κινήθηκε με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα κάνοντας αέρα πάνω από το κεφάλι μου για να παραμείνει η μύγα μακρυά μου. Πριν ξαπλώσει ξανά πάνω στο στήθος μου, έξυσε την μύτη μου, η οποία είχε ερεθιστεί από το περπάτημα της μύγας. Η μύγα, τρομαγμένη κάπως, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και τίναζε τα φτερά της. Με την άκρη του δεξιού μου ματιού, το άλλο ήταν ακόμα καρφωμένο στο ταβάνι, την είδα δειλά δειλά να περπατάει πηδηχτά και να με πλησιάζει ξανά. Αυτή τη φορά με ένα απότομο πέταγμα, ήρθε και προσγειώθηκε πάνω στα δάχτυλα του ποδιού μου. Περπάτησε από το μεγάλο δάχτυλο και συνέχισε κάτω από αυτό να κατευθύνεται στο πέλμα. Άλλο ένα ευαίσθητο σημείο. Τίναξα ελαφρά το πόδι κι αυτή με ένα μικρό πέταγμα βρέθηκε στην άλλη πατούσα. Τίναξα και τα δύο πόδια και έτριψα τα πέλματα μεταξύ τους για να φύγει το γαργαλητό και η φαγούρα που μου προκάλεσε η επίσκεψη του πτερωτού εντόμου. Η μύγα βρέθηκε στην συρταριέρα απέναντι από το κρεβάτι και αφού τίναξε έντονα τα φτερά της, πέταξε ξανά για την μύτη μου. Πλέον, δεν κοιτούσα καθόλου το ταβάνι, αλλά παρακολουθούσα τις κινήσεις της ενοχλητικής μύγας. Αστραπιαία αντέδρασα στην επίθεση της μύγας και άρχισα να τη διώχνω κουνώντας και τα δύο μου χέρια πάνω από το κεφάλι μου. Η γαλήνια ηρεμία μου ήταν πια οριστικά παρελθόν. Η μύγα, σαστισμένη, πέταξε μέχρι το φωτιστικό του ταβανιού και κρεμάστηκε από εκεί να κοιτάει το θύμα της. Ο κορμός μου είχε ανασηκωθεί ολόκληρος και την κοίταζα απειλητικά. Έξαλλος, σηκώθηκα από το κρεβάτι και άρπαξα ένα μπλουζάκι από την καρέκλα. Το ανέμισα προς το φωτιστικό για να τη διώξω από το καταφύγιό της. Αυτή πέταξε και έφερε μερικές βόλτες στο δωμάτιο μέχρι που στάθηκε πάνω στο τζάμι του παραθύρου. Πλησίασα αργά και αθόρυβα πίσω της και έφερα με προσοχή την παλάμη μου κοντά της. Μόλις με κατάλαβε σηκώθηκε να με αποφύγει, αλλά το πέταγμά της προς τα πίσω την έφερε πάνω στην παλάμη μου και η αμέσως φυγή προς τα εμπρός την έριξε ξανά πάνω στο τζάμι. Το χέρι μου την ακολούθησε αμέσως και την εγκλώβισε πάνω στην γυάλινη παγίδα. Έμεινα ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα και την ένιωθα να κινείται νευρικά για να ξεφύγει. Σκεφτόμουν πώς θα ξεφορτωθώ οριστικά τον φτερωτό μπελά που χάλασε την γαλήνια ηρεμία μου. Να την ζουμπίξω και να την λιώσω πάνω στο τζάμι; Αηδιαστικό. Να την φυλακίσω και να την κλείσω σε μια γυάλα; Μπελαλίδικο και βασανιστικό. Προσεκτικά την έσυρα μέσα στην κλειστή γροθιά μου και με μια απότομη κίνηση την απελευθέρωσα έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Επιτέλους, είχα απαλλαγεί από το φτερωτό τερατούργημα, χωρίς να επιβαρύνω το κάρμα μου! Με μια κίνηση πήδηξα στο κρεβάτι και ξάπλωσα στην ίδια θέση πριν διαταραχθεί η γαλήνια ηρεμία μου. Κάρφωσα τα μάτια μου ξανά στο ταβάνι και ένιωθα τις αναπνοές μου να γίνονται όλο και πιο αργές και βαθιές. Δε χρειάστηκε πολύ ώρα για να επανέλθει η γαλήνια ηρεμία μου. Μετά από λίγη ώρα και ενώ είχα έρθει σε κατάσταση ζεν, νιώθω κάτι γαργαλιστικό στις πατούσες μου. Δεν έδωσα σημασία μέχρι που άρχισε να γίνεται πιο ενοχλητικό. Τίναξα ελαφρά τα πόδια μου και με την άκρη του ματιού μου είδα δύο μύγες να κάνουν βόλτες πάνω από το κεφάλι μου…

Advertisements

Η ιστορία της φωτογραφίας

Καλό μήνα σε όλους! Ξέρω, σας έλειψα πολύ! Κι εσείς μου λείψατε! Μετά από πολύ καιρό, επανέρχομαι για να απαντήσω σε μια πρόσκληση του anisixou. Έπρεπε να γράψω μια ιστορία για την παρακάτω φωτογραφία. Σας προειδοποιώ ότι ακολουθεί σεντόνι ασυνήθιστου μεγέθους για το παρών βλόγιον! Καλή σας ανάγνωση και με συγχωρείτε για το χρόνο που θα σας φάω αδικαιολόγητα!


Τον είχαν προειδοποιήσει. Αυτός ποτέ δεν έπαιρνε από λόγια. Ούτε από απειλές. Πίστευε ότι δεν ήταν ικανοί να πραγματοποιήσουν τίποτα από όσα έλεγαν. «Μόνο λόγια είναι! Άσ’ τους! Θα πουν, θα πουν, θα σπάσουν και τίποτα, θα ξεθυμάνουν και θα φύγουν!» Συνέχιζε να κάνει τη δουλειά του σαν να μην έτρεχε τίποτα. Τους αγνοούσε επιδεικτικά!

Οι πιέσεις, όμως, τον τελευταίο καιρό είχαν γίνει αφόρητες. Καθημερινά έπαιρναν και τρεις και πέντε φορές τηλέφωνο, πότε στο σπίτι του και πότε στο μαγαζί, και απειλούσαν. Έβριζαν χυδαία τη γυναίκα του και τα παιδιά του, γεγονός που τον είχε ενοχλήσει. Η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη. Περνούσαν από το μαγαζί απροειδοποίητα και τον έψαχναν. Είχε αρχίσει να φοβάται και να κρύβεται. Παρά το γεγονός ότι δεν τους είχε ικανούς να κάνουν πράξη έστω και μια τους απειλή, είχε αρχίσει να παίρνει τα μέτρα του. Μέχρι το μοιραίο βράδυ…

Είχε κλείσει το μαγαζί και είχε φύγει και ο τελευταίος υπάλληλος. Έκλεινε τους τελευταίους λογαριασμούς, όταν άκουσε θόρυβο στην εξώπορτα. Δεν έδωσε σημασία. Το μαγαζί βρισκόταν σε κεντρικό δρόμο της πόλης και τέτοιοι θόρυβοι ήταν συνηθισμένοι. Συνέχισε τη δουλειά του, ώσπου ένας θόρυβος πιο δυνατός τον ανάγκασε να διακόψει. Αυτή τη φορά ήταν σίγουρα η πόρτα. Κάποιος προσπαθούσε να την παραβιάσει. Σηκώθηκε αργά από το γραφείο του και κατευθύνθηκε, σχεδόν αθόρυβα, στο χώρο του εστιατορίου προς τη μεριά της εξώπορτας. Όσο πλησίαζε άκουγε κάτι να σκαλίζει την κλειδαριά και μερικούς ψιθύρους. Όταν έφτασε σε απόσταση δύο μέτρων από την έξοδο, η πόρτα άνοιξε απότομα και μπήκαν με φόρα μέσα στο μαγαζί πέντε μαυροντυμένοι άντρες με κουκούλες. Αμέσως, γύρισε από την άλλη και άρχισε να τρέχει προς την κουζίνα. Υπήρχε άλλη μια έξοδος εκεί. Δεν πρόλαβε. Άλλοι τρεις άντρες με την ίδια αμφίεση του έκλεισαν το δρόμο. Ξαφνικά είχε βρεθεί ανάμεσα σε οκτώ κουκουλοφόρους που τον σημάδευαν με πιστόλια. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, ενώ τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας από το φόβο του.

Δεν είχε καμία αμφιβολία για το τι συνέβαινε. Τελικά δεν έπρεπε να είχε αψηφήσει τις απειλές του Καραμπέτη. Έπρεπε να είχε πάει με τα νερά του. Ακόμα, βέβαια, μέσα του ήλπιζε ότι πρόκειται για άλλη μια επίδειξη δύναμης. Κι όμως, αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά. Άλλη μια φορά είχε δεχτεί τέτοια «επίσκεψη». Τότε έσπασαν μόνο μερικά τραπέζια και καρέκλες, έσκισαν δυο τρεις ταπετσαρίες και έφυγαν. Όταν, όμως, άκουσε τη βραχνή βαθιά φωνή πίσω του, τότε κατάλαβε ότι αυτή τη φορά δε θα τη γλίτωνε με λίγες ζημιές.

Τον είχε δει προσωπικά μόνο τρεις φορές τα δύο τελευταία χρόνια που είχαν «δοσοληψίες». Οι εμφανίσεις του ήξερε ότι ήταν σπάνιες. Το γεγονός ότι εκείνο το βράδυ είχε αποφασίσει αυτοπροσώπως να τον «επισκεφτεί» δεν ήταν καλό σημάδι.
«Καλησπέρα Μιχαλάκη! Τι κάνεις; Μας ξέχασες…». Δεν τους είχε ξεχάσει καθόλου. Δε μπορούσε άλλωστε. Αλλά δε μπορούσε και να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις τους. Είχε ένα δάνειο να ξεχρεώσει. Κι όμως. Αυτοί δεν είχαν ευαισθησίες. Διευκολύνσεις έκανε κι ο Καραμπέτης. Τι χρειάζονται οι τράπεζες… Άλλωστε, «υποχρέωσή» του ήταν να ξεπληρώνει πρώτα από όλα τις «υπηρεσίες» που παρείχε ο Καραμπέτης στην επιχείρηση. Είχε υπό τον έλεγχό του ολόκληρη την περιοχή! Τρεις ολόκληρες συνοικίες έδιναν τις εισφορές τους για την προστασία που τους παρείχε. Κανένας επιχειρηματίας δεν του είχε αντισταθεί. Μέχρι τώρα. Ποτέ δε χρειάστηκε να πραγματοποιήσει καμιά του απειλή. Μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Ο Μιχάλης του χάλαγε τη σούπα. Γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν είχε συμβεί τίποτα σε κανένα, πίστεψε ότι θα μπορούσε να αθετήσει τις «υποχρεώσεις» του χωρίς να πάθει τίποτα. Για τέσσερις μήνες είχε διακόψει τις πληρωμές. Στην αρχή οι δικαιολογίες του γίνονταν ανεκτές, αλλά πάντα με την διαβεβαίωσή του ότι την επόμενη φορά θα έδινε διπλή δόση. Τους δύο τελευταίους μήνες οι πιέσεις τους είχαν γίνει ασφυκτικές. Κι όμως, κατάφερνε να αντιστέκεται. Το γεγονός είχε θορυβήσει ιδιαίτερα τον Καραμπέτη. Ώρα ήταν να σήκωναν κι άλλοι κεφάλι… Έπρεπε αυτό το κεφάλι να σκύψει οπωσδήποτε!

«Μιχαλάκη, δεν πιστεύω να ξέχασες τους καλούς σου φίλους;» επανέλαβε με τη βραχνή του φωνή. «εμείς εδώ είμαστε γιατί θέλουμε να βοηθάμε όλους εσάς τους επιτυχημένους επιχειρηματίες και να προστατεύουμε την ζωή και την περιουσία σας. Εσύ γιατί δεν εκτιμάς τις υπηρεσίες μας, όπως όλοι οι υπόλοιποι;» «Ξέρετε πολύ καλά ότι αντιμετωπίζω οικονομικές δυσκολίες τον τελευταίο καιρό. Οι τράπεζες απειλούν να μου πάρουν το μαγαζί.» ψέλλισε με δυσκολία. Η τελευταία του φράση διακόπηκε βίαια από ένα δυνατό χαστούκι. «Δε με ενδιαφέρουν οι δικές σου δυσκολίες! Δε με νοιάζουν οι τράπεζες! Άλλωστε, κι εμείς μπορούμε να σε «διευκολύνουμε». Αν δεν φροντίσουμε τους δικούς μας ανθρώπους, ποιους θα κοιτάξουμε; Αλλά εσύ έχεις εξαντλήσει την υπομονή μας. Αυτό ξέρεις ότι δε μπορεί να μείνει έτσι. Οι προθεσμίες που σου δώσαμε εξέπνευσαν όλες.» «Μα, δώστε μου λίγο χρόνο. Δε θα τα χάσετε τα λεφτά σας. Θα σας τα δώσω σύντομα.» «Δυστυχώς για όλους μας, Μιχάλη μου, δε μπορείς να έχεις άλλη προθεσμία. Πρέπει να ξέρεις ότι δημιούργησες ένα πολύ κακό προηγούμενο. Ήδη άλλοι 7-8 έχουν αρχίσει να καθυστερούν τις υποχρεώσεις τους. Αυτό πρέπει να σταματήσει όσο είναι νωρίς. Λυπάμαι πολύ…Πάρτε τον παιδιά!».

Αμέσως τρεις από τους κουκουλοφόρους τον έπιασαν και τον έδεσαν χειροπόδαρα. Ένας τέταρτος τον φίμωσε και του φόρεσε μια μεγάλη μαύρη κουκούλα. Πλέον δεν έβλεπε τίποτα. Τον έσυραν μέχρι την έξοδο και τον έχωσαν σε ένα αυτοκίνητο. Μαζί με το αυτοκίνητο που τον έβαλαν, άκουσε και μερικά άλλα να ξεκινούν και να τους ακολουθούν. Τώρα πια φοβόταν πραγματικά. Δεν ήξερε τι θα του συνέβαινε από δω και πέρα. Για πρώτη φορά φοβόταν τόσο για τη ζωή του. Και πάνω από όλα φοβόταν για τη ζωή της γυναίκας του και των παιδιών του. Μετά από κανένα τέταρτο σταμάτησε το αυτοκίνητο. Μαζί σταμάτησαν και τα υπόλοιπα. Δεν ακουγόταν τίποτα άλλο πέρα από το θόρυβο που έκαναν οι άντρες που έβγαιναν από τα αυτοκίνητα. Βρίσκονταν σίγουρα κάπου ερημικά. Άκουσε μερικούς ψιθύρους και αμέσως μετά άνοιξε η πόρτα του αυτοκινήτου και δυο χέρια τον τράβηξαν βίαια έξω και τον πέταξαν με δύναμη κάτω στο έδαφος. Ένιωσε να βουλιάζει ολόκληρος σε κάτι πολύ μαλακό. Βέβαια. Ήταν άμμος θαλάσσης. Βρίσκονταν σίγουρα σε κάποια παραλία. Και βέβαια τέτοια εποχή δεν υπήρχε περίπτωση να βρίσκεται κανείς άλλος εκεί γύρω.

«Τώρα θα μάθεις, Μιχάλη μου, τι παθαίνει όποιος δεν είναι καλός με τον Καραμπέτη!» Η βραχνάδα στη φωνή του είχε αποκτήσει κάτι το ηδονικό. Το ευχαριστιόταν το καθίκι! Είχε σίγουρα σαδιστικές τάσεις. Ο Μιχάλης ήξερε πια ότι δεν θα φύγει μαζί τους από αυτή την παραλία. Αυτό, όμως, που τον έφερνε πραγματικά σε απόγνωση ήταν ότι δε μπορούσε να μιλήσει. Δε μπορούσε να απαντήσει, ούτε καν να κινηθεί. «Ελάτε! Κάντε γρήγορα! Δε θα ξημερωθούμε εδώ πέρα! Κάνει και κρύο που να πάρει!» Με το που τελείωσε τη φράση του ο Καραμπέτης, άκουσε να φτυαρίζουν την άμμο. Προσπάθησε να αντιδράσει, αλλά ήταν μάταιο. Το μόνο που κατάφερε ήταν να σπαρταράει σαν ψάρι, πράγμα που προκάλεσε το σαδιστικό γέλιο των βασανιστών του. «Κοίτα τον πως κάνει! Βιάζεται να κολυμπήσει!». Πέντε λεπτά ήταν αρκετά για να τελειώσει το φτυάρισμα. Είχαν ανοίξει την τρύπα που χρειάζονταν. «Φέρτε τώρα τη βαλίτσα!» διέταξε ο Καραμπέτης. Ποια βαλίτσα; Σκέφτηκε ο Μιχάλης. Τι θα την έκαναν την βαλίτσα; «Τι νόμιζες; Ότι θα σε αφήναμε να ακουμπήσεις την υγρή την άμμο; Εμείς τους φροντίζουμε τους πελάτες μας! Βάλτε τον μέσα! Γρήγορα! Ξημερώσαμε!»

Αυτή τη στιγμή δε θα καλέσω άλλον να παίξει στο παιχνίδι. Ίσως αύριο ή μεθαύριο ή μια από τις επόμενες μέρες να βρω μια ενδιαφέρουσα φωτογραφία και να προσκαλέσω κάποιους. Τώρα είναι λίγο αργά και βαριέμαι. Φιλιά μέχρι το επόμενο ποστ! Πότε θα είναι κανείς δεν ξέρει…

Βλογοπαιχνιδίου συνέχεια…

Η συνέπεια είναι ένα προσόν που με διακρίνει (και καλά…) γι’ αυτό και δε μπορούσα να μην ανταποκριθώ και στις άλλες τρεις προσκλήσεις που πήρα για το παιχνίδι με τις λέξεις. Ευχαριστώ τους Crazy Cow, Monte Cristo και Χαλαρά που με ξανακάλεσαν να παίξω με τις δικές τους λέξεις. Είχα σκεφτεί να γράψω μια ιστορία με 15 λέξεις, αλλά τελικά ακολούθησα πάλι την πεπατημένη.

Οι λέξεις που μου δόθηκαν:
Crazy Cow: καλλιτέχνης, περιέργεια, παραδόξως, ευγένεια, κατάλοιπο
Monte Cristo: απόδραση, χωρισμός, διακοπές, τρελοκομείο, τύψεις
Χαλαρά: συρτάρι, μύθος, θυροτηλέφωνο, σκηνή, κουράγιο

Η γνωριμία

Σήμερα γνώρισα ένα σπουδαίο καλλιτέχνη. Έναν ηθοποιό. Πρωταγωνιστής του θεάτρου και θιασάρχης. Έχει παίξει και στον κινηματογράφο. Την τηλεόραση την αποφεύγει, γι’ αυτό εσύ δε θα τον ξέρεις. Είναι όμως πραγματικά σπουδαίος σου λέω. Η περιέργειά μου ήταν τέτοια που δεν κρατιόμουν. Τον πέθανα στις ερωτήσεις. Για το θέατρο, τα παιδικά του χρόνια, την οικογένειά του, τις ερωτικές του σχέσεις, για όλα! Παραδόξως, δεν απέφυγε καμία ερώτηση και απάντησε με μεγάλη ευχαρίστηση σε όλες. Είναι πολύ καλός σου λέω. Έχει μια φυσική ευγένεια που σε γοητεύει. Μέχρι και για τα κατάλοιπα που του άφησαν τα παιδικά του χρόνια μου μίλησε! Αύριο θα τον ξαναδώ. Είμαστε κι οι δύο καλεσμένοι στο ίδιο γεύμα. Ελπίζω να καθίσουμε κοντά!

Απόδραση από την πραγματικότητα

Πάντα οι διακοπές για τον Λευτέρη ήταν μια απόδραση από την πραγματικότητα. Τις περίμενε κάθε χρόνο πως και πως. Μετά τον αναγκαστικό χωρισμό του από τη Μαργαρίτα ήταν η μοναδική ευκαιρία που είχε για να ξεχαστεί και να περάσει καλά. Βρισκόταν πάλι με φίλους σε πολύβουα νησιά με όμορφες ακρογιαλιές. Έβγαινε κάθε βράδυ στα μπαράκια και έπινε μέχρι το πρωί. Φλέρταρε. Αλλά μέχρι εκεί. Τίποτα παρακάτω. Αμέσως τον έπιαναν τύψεις. Δεν ήθελε να θυμάται. Αλλά δε μπορούσε και να ξεχάσει. Κι όμως, μόνο μια φορά το χρόνο είχε την ευκαιρία να γλεντήσει και να περάσει καλά. Αυτό το περιθώριο είχε αφήσει μόνο στον εαυτό του. Τον υπόλοιπο χρόνο τον αφιέρωνε αποκλειστικά στη δουλειά του και σε κείνη. Δεν υπήρξε ποτέ μέρα που να μην πήγε στο τρελοκομείο να την επισκεφτεί. Κι ας ήταν η Μαργαρίτα του βυθισμένη σε έναν άλλο κόσμο…

Η παρεξήγηση

Άνοιξε το συρτάρι και πήρε ένα μαχαίρι. Πλησίασε αργά το θυροτηλέφωνο. Απάντησε. Δε μίλησε κανείς. Περίμενε λίγο ακόμα και μετά ξαναμίλησε. Ούτε τώρα απάντησε κάποιος. Χαλάρωσε το χέρι που κρατούσε το μαχαίρι και στράφηκε προς την κουζίνα σχεδόν ανακουφισμένη. Εκείνη τη στιγμή ξαναχτύπησε το κουδούνι. Σφίχτηκε ολόκληρη. Πάτησε το κουμπί και ξαναμίλησε. «Ποιος;» Πάλι σιωπή.

Είχε αρχίσει να σκέφτεται πως όσα άκουγε για την περιοχή από μικρό κοριτσάκι δεν ήταν μύθος. Την είχε καταλάβει τρόμος. Ήταν μόνη της σε ένα ολόκληρο συγκρότημα με μεζονέτες. Ανάθεμα που ήθελε ησυχία για να τελειώσει το βιβλίο της! Αλλά ήταν το μόνο μέρος που θα μπορούσε να βρει την ηρεμία της. Και το αγαπούσε και το μέρος πολύ. Ήταν κληρονομιά από τη γιαγιά της. Και τώρα ήταν μόνη με έναν άγνωστο στην εξώπορτα, που αρνούνταν πεισματικά να της μιλήσει. Ξαναμίλησε: «Ποιος είναι; Απαντήστε σας παρακαλώ!» Αντί για απάντηση ο άγνωστος ξαναχτύπησε το κουδούνι. Ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Σε δευτερόλεπτα πέρασαν από το μυαλό της όλες οι ιστορίες που άκουγε από μικρή για την περιοχή. Για φαντάσματα και για άγριους θανάτους που ποτέ δεν εξιχνιάστηκαν και για θησαυρούς πειρατών που βρίσκονταν θαμμένοι από αιώνες σε κείνα τα χωράφια και για μαφιόζους που έψαχναν να τους βρουν. Όλα αυτά τα είχε συνδέσει λογικά μέσα στο μυαλό της. Κάποιοι που πίστευαν τους θρύλους για τους θησαυρούς είχαν βαλθεί να τρομοκρατήσουν τους περίοικους για να κάνουν ανενόχλητα τη δουλειά τους.

Ξαναχτύπησε το κουδούνι και βγήκε απότομα από τις σκέψεις της. Πριν γίνει πραγματικότητα η φρικιαστική σκηνή που πέρασε από το μυαλό της με την ίδια στο ρόλο του θύματος, βγήκε σιωπηλά από την πίσω πόρτα που επικοινωνούσε με το γκαράζ και μπήκε στο αυτοκίνητό της. Έβαλε μπροστά τη μηχανή και άνοιξε με το τηλεχειριστήριο την γκαραζόπορτα. Πάτησε γκάζι και βγήκε με ταχύτητα στο δρόμο.

Καθώς έστριβε περνώντας από την μπροστινή πλευρά του συγκροτήματος είδε μια φιγούρα να πετάγεται στο δρόμο και να κουνά τα χέρια. Έτρεχε στη μέση του δρόμου προς την πλευρά του αυτοκινήτου. Εκείνη δε σταμάτησε. Ανέπτυξε ταχύτητα. Έπρεπε να ξεφύγει πάση θυσία. Ο άγνωστος δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί από το δρόμο και έπεσε πάνω στο αυτοκίνητο. Φρενάρισε πέντε μέτρα πιο πέρα. Η φιγούρα κειτόταν στο έδαφος ακίνητη. Έκανε όπισθεν. Προσπάθησε να διακρίνει αν αναπνέει και αν αναγνωρίζει την άγνωστη φιγούρα. Ήταν αδύνατον μέσα σε τέτοια σκοτάδια. Αποφάσισε να βγει από το αυτοκίνητο. Μάζεψε όσο κουράγιο είχε και άνοιξε την πόρτα. Πλησίασε αργά. Αίματα παντού στην άσφαλτο. Ο άγνωστος ίσα που ανάσαινε. Τρόμαξε. Αυτή τη φορά για άλλο λόγο. Αναγνώρισε τον άγνωστο. Η Σούλα η γειτόνισσα. Η μουγκή…

Το παιχνίδι θα συνεχίσουν οι: Crazy Cow (όχι που θα μου ξέφευγες…), deadend mind, citronella, κωλόγρια και το πατσιούρι.
Οι νέες λέξεις: κώλος, μπαλκόνι, φορτηγό, γλυφιτζούρι και πληγώνω.

3 Χ 5

Ούτε μία ούτε δύο, αλλά τρεις οι προσκλήσεις για το νέο παιχνιδάκι με τις λέξεις! Ακολουθούν και οι τρεις ιστορίες. Συγγνώμη για το σεντόνι που θα δείτε, αλλά δεν το συνηθίζω.

Η πρώτη πρόσκληση-πρόκληση ήρθε από το patsiouri. Μου έδωσε τις λέξεις ψυχάκι, υπομονή, νυχτολούλουδο, μπάτσος και θαλπωρή.
Ιδού το αποτέλεσμα:

«Ψυχάκι είναι η μάνα σου μωρή μαλακισμένη!!!» της φώναζε καθώς έβγαινε από το σπίτι. «Εγώ ψυχάκι; Εγώ; Πού θυσίασα όλα μου τα θέλω για να περνάς εσύ καλά και για να μην έχει να πει τίποτα η φώκια η μάνα σου; Η ψωνάρα; Που ήθελε γαμπρό δικηγόρο κι από σόι; Δεν της έφτανε που σε είχα βασίλισσα και έτρεχα όλη μέρα για να τα έχεις όλα! Αλλά τώρα θα δείτε την αξία μου! Κι εσύ κι αυτή!»

Ενώ έκλεινε με δύναμη την πόρτα πίσω του, η Ελεονόρα με λυγμούς έλεγε κάτι ανάμεσα σε παρακάλια και σε βρισιές. Δεν έμεινε να ακούσει τίποτα. Η υπομονή του είχε εξαντληθεί. Πλέον πίστευε ότι από την αρχή είχε πέσει θύμα ενός οργανωμένου σχεδίου. Μάνα και κόρη τον τύλιξαν. Με βήμα γοργό και σταθερό κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του. Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε στο πρόσωπό του ενώ η μυρωδιά του νυχτολούλουδου ήταν διάχυτη τη ζεστή εκείνη καλοκαιρινή νύχτα. Ένιωθε πια να αναπνέει καθαρό αέρα. Τον αέρα που τρία χρόνια τώρα του είχαν στερήσει μάνα και κόρη.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και έβαλε μπροστά τη μηχανή. Άναψε ένα τσιγάρο και πάτησε το γκάζι. Δεν ήξερε που πήγαινε. Ήθελε μόνο να φύγει μακριά. Όσο πιο μακριά γινόταν. Σε κείνο το σπίτι δεν ήθελε να ξαναγυρίσει. Στο φανάρι, άνοιξε το φλασκί του και ήπιε δυο γερές ρουφηξιές από το δυνατό ουίσκι που είχε μαζί του. Στο επόμενο φανάρι άδειασε το μισό. Από το στέρεο του αυτοκινήτου ακούγονταν δυνατά καψουροτράγουδα. Ό,τι έπρεπε για την περίσταση. Πάτησε το γκάζι. Το μυαλό του ήταν θολωμένο. Δεν ήξερε πια τι ήθελε ή που πήγαινε. Μόνο έτρεχε. Έτρεχε.

Πέρασε τρία κόκκινα. Σε λίγο άκουσε από πίσω του μια σειρήνα. Ένα περιπολικό τον καταδίωκε. Του έκανε σήμα να κάνει στην άκρη. Σταμάτησε. Ο μπάτσος βγήκε και πλησίασε στο τζάμι του αυτοκινήτου του. Του ζήτησε να κατέβει από το αμάξι και να του δώσει τα χαρτιά του. Τον πλησίασε ένας άλλος και του ζήτησε να φυσήξει στο μηχάνημα. Το μόνο που δεν ήθελε να του συμβεί. Να του κάνουν αλκοτέστ εκείνη τη στιγμή. Δε μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Φύσηξε. «Πιο δυνατά κύριε!», του είπε σε αυστηρό τόνο ο μπάτσος. Ξαναφύσηξε. Αυτή τη φορά ο μπάτσος γούρλωσε τα μάτια. «Λυπάμαι πολύ κύριε αλλά πρέπει να μας ακολουθήσετε στο τμήμα. Αύριο θα περάσετε από αυτόφωρο.» Παρά τις διαμαρτυρίες του, τον οδήγησαν στο περιπολικό και ένας μπάτσος πήρε το αυτοκίνητό του.

Στο κρατητήριο είχε παρέα. Ένας άλλος μεθυσμένος και μία τραβεστί. Του είχε φύγει πια και το μεθύσι και όλα. Σκεφτόταν που είχε μπλέξει. Ξέσπασε. Ένα δάκρυ κύλησε από την άκρη του ματιού του. Τον πλησίασε η τραβεστί. «Συλβάνα» του συστήθηκε. «Νίκος», απάντησε και της έδωσε το χέρι. Δεν τον ένοιαζε πια ούτε που ήταν ούτε ποιον είχε απέναντί του. Το μόνο που ήθελε ήταν να τα πει και να ξεσπάσει. Και είχε βρει καλό ακροατή. Είχε ακούσει αυτή ιστορίες…

Το πρωί ξύπνησε από τη φωνή του μπάτσου. Έπρεπε να τον πάνε στο αυτόφωρο. Είχε κοιμηθεί στην αγκαλιά της Συλβάνας. Όλο το βράδυ έκλεγε σαν μωρό. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, μέσα σε εκείνο το υγρό και σκοτεινό κελί, είχε βρει την θαλπωρή που του είχε στερήσει η γυναίκα του. Στην αγκαλιά μιας «αλλόκοτης»…

Δεύτερη έφτασε η πρόσκληση από τη Citronella. Οι λέξεις της: πευκοβελόνες, ταξί, παγωτό, εκδρομή, γέλιο.
Το αποτέλεσμα μικρότερο (ευτυχώς, για όλους) από το προηγούμενο:

«Μανωλάκι! Μανωλάκι! Μην τρέχεις έτσι παιδί μου! Θα γλιστρήσεις στις πευκοβελόνες! Πρόσεχε σου λέω!»

«Μαμά προσέχω σου λέω! Δεν πέφτω εγώ!»

«Αχ βρε κερατά! Δε θα σε ξαναφέρω στο πάρκο! Να το ξέρεις!»

Τα ίδια έλεγε κάθε φορά. Αλλά κάθε Κυριακή έπαιρνε το μοναχοπαίδι της και με ταξί έφταναν στο Άλσος του Γαλατσίου. Τον άφηνε να τρέχει και να παίζει με τα άλλα παιδάκια. Του αγόραζε και παγωτό. Σοκολάτα και φιστίκι που του άρεσαν πολύ. Τρία χρόνια χήρα. Δούλευε και τα Σάββατα για να τα βγάλει πέρα. Φέτος ο Μανωλάκης θα ξεκινήσει και το σχολείο. Η μόνη τους διασκέδαση αυτή η μικρή εκδρομή. Από τα Κάτω Πατήσια στο άλσος Γαλατσίου. Από το ανήλιαγο μικρό δυαράκι του πρώτου ορόφου στο όμορφο αλσάκι. Όλη τη βδομάδα περίμενε την Κυριακή για να βρει το γέλιο τη θέση του στο σκυθρωπό της πρόσωπο. Κι ας φώναζε κάθε φορά στο Μανωλάκη ότι δε θα τον ξαναφέρει αν δεν είναι φρόνιμος…

Και τέλος η ιστορία με τις λέξεις της Beniamin. Οι λέξεις της: παραλογισμός, ανούσια, ασετόν, φλοκάτη, καγκελόπορτα.
Ιδού:

Έτρεχε να προλάβει. Μέσα στο γενικό παραλογισμό των ημερών φοβόταν ότι δε θα τα προλάβει όλα. Γιορτές σου λέει ο άλλος. Ποιες γιορτές; Που κάθε χρόνο φορτώνεται όλο το σόι στο κεφάλι της; Και πρέπει να μην παραπονεθεί κανείς. Ο ένας δεν τρώει το ένα. Ο άλλος δεν θέλει αλάτι. Ο παππούς έχει ζάχαρο. Και τα παιδιά να τρέχουν πάνω κάτω. Επτά ξαδέρφια σύνολο που βρίσκονται τέτοιες μέρες κάθε χρόνο και τα κάνουν όλα άνω κάτω!

Έχουν αρχίσει να της φαίνονται όλα αυτά ανούσια. Η μόνη που δε θέλει να έρθουν οι γιορτές. Τις φοβάται. Ακόμα δεν έχει συνηθίσει. Πρέπει να είναι και καλή νοικοκυρά και καλή μαγείρισσα και περιποιημένη στην τρίχα για την εκκλησία και τις καθημερινές εξόδους.

Έχει φτάσει η Μεγάλη Παρασκευή. Λίγες μέρες έχουν μείνει μέχρι να τελειώσει το μαρτύριό της. Είναι απόγευμα και έχει ήδη ετοιμάσει τα εντόσθια για την μαγειρίτσα. Ετοιμάζεται για την εκκλησία. Ξεβάφει τα ταλαιπωρημένα νύχια της με ασετόν. Έχει βυθιστεί στις σκέψεις της και σιχτιρίζει τη μοίρα της. Ξαφνικά ακούγεται ένας δυνατός ήχος από έξω. Σαν κάτι να σκάει. Σαν τρακάρισμα. Σαν βόμβα. Δεν ξέρει τι είναι. Από την τρομάρα της, το ασετόν της πέφτει από τα χέρια και χύνεται πάνω στην κόκκινη φλοκάτη του υπνοδωματίου. Αυτό της έλειπε τώρα. Βγαίνει γρήγορα στο μπαλκόνι να δει τι συμβαίνει. Τα κωλόπαιδα γκρέμισαν την καγκελόπορτα της αυλής…

Αυτά λοιπόν… Ελπίζω να μην απογοήτευσα τις φίλες που με κάλεσαν στο ωραίο αυτό παιχνιδάκι. Κι επειδή το διασκέδασα εγώ πιστεύω πως θα το διασκεδάσει όποιος παίξει…

Και με τη σειρά μου προσκαλώ τους: Crazy Cow, deadend mind, kyrallina, monte christo και Χαλαρά να γράψουν από μια μικρή ιστορία με τις λέξεις: κατούρημα, καφές, λουκάνικο, τρένο και ημικρανία.

Καλή τους τύχη!